αταξία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη τάξης ή οργάνωσης σε χώρο, κατάσταση ή δραστηριότητα, όπου στοιχεία ή αντικείμενα βρίσκονται χωρίς συστηματική διάταξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αταξία στο δωμάτιο τον έκανε να μην βρίσκει τίποτα.
  • Ο γιατρός διάγνωσε αταξία στον ασθενή μετά από βλάβη στον μικρό εγκέφαλο.
  • Η αταξία των παιδιών στην τάξη διακόπτει το μάθημα.
  • Η χώρα βυθίστηκε στην αταξία μετά την οικονομική κρίση.
  • Η αταξία στις διαδικασίες του νοσοκομείου προκάλεσε σοβαρές καθυστερήσεις.