αταξία
ουσιαστικό1. Έλλειψη τάξης ή οργάνωσης σε χώρο, κατάσταση ή δραστηριότητα, όπου στοιχεία ή αντικείμενα βρίσκονται χωρίς συστηματική διάταξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τάξη οργάνωση συντονισμός ακολουθία διάταξη διευθέτηση κατάστιχο κλάση λίστα μηχανισμός πλαίσιο ρύθμιση τακτοποίηση σχέδιο σειρά πρόγραμμα έλεγχος κωδικός διοίκηση πρωτόκολλο σύστημα τακτική κουμάντο τάγμα δομή μέθοδος γραμμή αγωγή διάρθρωση μεθοδικότητα συστηματικότητα πειθαρχία κανονικότητα ευταξία αρμονία διαχείριση θεσμός μοτίβο παράταξη σχήμα σχεδιασμός τελετουργία κανόνας πολιτική νόμος κατηγορία κώδικας φόρμα στρατηγική τιμόνι πλάνο οργανισμός κανονισμός ευρυθμία κατάρτιση προγραμματισμός συνοχή πλοκή συστοιχία ομαλότητα σταθερότητα αρχηγία διακυβέρνηση νόρμα πολίτευμα προετοιμασία ρυθμός συνταγή σωφροσύνη φόρμουλα τρόπος στυλ φιγούρα κλίμακα διαδοχή εγκράτεια εναρμόνιση ευθυγράμμιση νομοθεσία προδιαγραφή στήσιμο συμμετρία
Παραδείγματα χρήσης
- Η αταξία στο δωμάτιο τον έκανε να μην βρίσκει τίποτα.
- Ο γιατρός διάγνωσε αταξία στον ασθενή μετά από βλάβη στον μικρό εγκέφαλο.
- Η αταξία των παιδιών στην τάξη διακόπτει το μάθημα.
- Η χώρα βυθίστηκε στην αταξία μετά την οικονομική κρίση.
- Η αταξία στις διαδικασίες του νοσοκομείου προκάλεσε σοβαρές καθυστερήσεις.