ηγεσία
ουσιαστικό1. Δράση και ικανότητα καθοδήγησης, οργάνωσης και παρακίνησης ατόμων ή ομάδων προς την επίτευξη κοινών στόχων.
2. Ρόλος ή θέση που αναλαμβάνει ένα άτομο ή συλλογικό όργανο για τη λήψη αποφάσεων και την κατεύθυνση μιας ομάδας, οργανισμού ή κράτους.
Συνώνυμα
αρχηγία διοίκηση διεύθυνση καθοδήγηση ηγεμονία κυβέρνηση κυριαρχία πρωτοκαθεδρία ηγετικότητα μάνατζμεντ αρχή επικεφαλία διακυβέρνηση αρχηγείο τιμόνι κουμάντο οδήγηση εξουσία επιρροή πρωτοπορία συντονισμός κεφαλή πολίτευμα κορυφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ανέλαβε την ηγεσία του τμήματος πέρυσι.
- Η ηγεσία της χώρας αντιμετώπισε μια σοβαρή κρίση.
- Χρειάζεται ηγεσία που εμπνέει και παίρνει αποφάσεις.
- Η ομάδα επαινεί την ηγεσία της προπονήτριας στο γήπεδο.
- Η ηγεσία του κόμματος παρουσίασε το εκλογικό της πρόγραμμα.