γάμος
ουσιαστικό1. Θεσμική ή κοινωνική ένωση μεταξύ δύο ατόμων, που συνήθως συνεπάγεται νομικές, οικονομικές και οικογενειακές δεσμεύσεις.
2. Η τελετή ή εορταστική εκδήλωση με την οποία επικυρώνεται αυτή η ένωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γάμος τους έγινε στην εκκλησία το περασμένο Σάββατο.
- Προτιμούν τον πολιτικό γάμο αντί για θρησκευτικό.
- Ο γάμος τους συμπληρώνει δέκα χρόνια αυτή την εβδομάδα.
- Ακύρωσαν τον γάμο λόγω προβλήματος στην οικογένεια.
- Στον γάμο όλοι φορούσαν επίσημα ρούχα και έφεραν δώρα.