επανένωση

ουσιαστικό

1. Επαναφορά της ενότητας μεταξύ ατόμων ή ομάδων που είχαν προηγουμένως χωριστεί, με σκοπό την επικοινωνία, την επανένταξη ή την αποκατάσταση σχέσεων.

2. Επανασύσταση ενιαίας πολιτικής ή γεωγραφικής οντότητας μετά από διαίρεση ή αποσχιστικές κινήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επανένωση της οικογένειας μετά από χρόνια συγκίνησε όλους.
  • Η επανένωση των δύο κρατών ήταν αποτέλεσμα μακρών διαπραγματεύσεων.
  • Η επιτυχής επανένωση του δακτύλου απέτρεψε τη μόνιμη απώλεια λειτουργίας.
  • Η επανένωση των παλιών συμμαθητών έγινε στο πλαίσιο της ετήσιας συνάντησης.
  • Η επανένωση των έργων τέχνης με τις πατρίδες τους θεωρείται πολιτιστικό καθήκον.