σωρός
ουσιαστικό1. Συσσώρευση αντικειμένων, υλικών ή απορριμμάτων τοποθετημένων το ένα πάνω στο άλλο ή ακανόνιστα, σχηματίζοντας μια συγκεντρωμένη μάζα στον χώρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σωρός από πέτρες στο λόφο ήταν δύσκολο να μετακινηθεί.
- Έβαλε τα βρώμικα ρούχα στον σωρό για πλύσιμο.
- Είχε σωρό δουλειά και δεν μπορούσε να βγει έξω.
- Μετά την καταιγίδα, υπήρχε ένας σωρός κλαδιών στον κήπο.
- Στην αποθήκη υπήρχαν σωροί κιβωτίων και παλιών επίπλων.