συνδιαλλαγή
ουσιαστικό1. Διαδικασία επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών με σκοπό την επίτευξη κοινά αποδεκτής ρύθμισης μέσω ανταλλαγής προτάσεων και υποχωρήσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι δύο πολιτικές παρατάξεις κατέληξαν σε συνδιαλλαγή για το εκλογικό νόμο.
- Η συνδιαλλαγή μεταξύ των εταιρειών περιελάμβανε ανταλλαγή τεχνολογίας και μετοχών.
- Μετά από έντονες διαφωνίες επήλθε συνδιαλλαγή και οι φίλοι συμφιλιώθηκαν.
- Η διεθνής συνδιαλλαγή βοήθησε στην αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης.
- Υπήρχαν υποψίες για παράνομη συνδιαλλαγή ανάμεσα στον προμηθευτή και τον δημόσιο υπάλληλο.