καθίζηση

ουσιαστικό

1. Η βύθιση ή υποχώρηση της επιφάνειας του εδάφους ή τμημάτων του εδάφους, συχνά λόγω συμπίεσης, απώλειας υπόγειου νερού, εξόρυξης ή άλλων γεωτεχνικών αιτίων.

Συνώνυμα

βύθιση καταβύθιση εναπόθεση ιζηματοποίηση κάθιση κάθοδος υποχώρηση κατάπτωση απόθεση κατάρρευση βουτιά κατακάθι οπισθοδρόμηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καθίζηση του εδάφους προκάλεσε ρωγμές σε πολλά σπίτια.
  • Η καθίζηση της θεμελίωσης ανάγκασε τους μηχανικούς να ενισχύσουν το κτίριο.
  • Στο δοκιμαστικό σωλήνα φάνηκε γρήγορα η καθίζηση των σωματιδίων.
  • Η καθίζηση των ιζημάτων στο φράγμα μειώνει σταδιακά τη χωρητικότητά του.
  • Οι γεωλόγοι μελέτησαν την καθίζηση των ιζηματογενών στρωμάτων για να κατανοήσουν το παρελθόν της περιοχής.