παύση

ουσιαστικό

1. Προσωρινή διακοπή της συνέχειας μιας ενέργειας, κίνησης ή διαδικασίας.

2. Διακοπή στην ομιλία, στη μουσική ή σε παράσταση, κατά την οποία σταματά προσωρινά ο ήχος ή η ροή των λόγων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

συνέχιση συνέχεια επανέναρξη έναρξη εκκίνηση διάρκεια διέλευση ρυθμός επιχείρηση βήμα πορεία κατεύθυνση κούρσα γύρισμα δρώμενο έναυσμα αναπαραγωγή διαδοχή κτύπημα νότα ρότα λειτουργία δραστηριότητα ροή κίνηση διακίνηση ενασχόληση κίνημα μετακίνηση ολοκλήρωση παροχή περάτωση υλοποίηση χορήγηση μάθημα αγώνας παράσταση πράξη δράση υπηρεσία κυνήγι διαδρομή χρήση έργο πέρασμα επίθεση άσκηση τροχιά δίωξη εκτέλεση αποστολή εκστρατεία κυκλοφορία εφαρμογή οδήγηση καμπάνια μετάδοση διαδικασία ξεκίνημα συνεδρία περπάτημα μουσική παραγωγή ενεργοποίηση κάθισμα σκανδάλη κινητήρας λέξη διάταγμα δρομολόγιο επιβολή οδοιπορία περιήγηση περιστροφή πρότζεκτ έξαρση αναζωπύρωση ανανέωση γένεση διορισμός δραστηριοποίηση εγχείρημα επέλαση εφόρμηση καταιγισμός πίστα προπόνηση προχώρημα σάρωση συνάρτηση επανεκκίνηση σεζόν τρέξιμο φόρα κατανάλωση φορά ταξίδι ενέργεια εξέλιξη επιδρομή ψηφοφορία εκτόξευση γέννηση γκάζι έφοδος αγώνισμα ανάκριση επιμονή πυροδότηση σύρραξη αντεπίθεση εξάσκηση επέκταση επιτάχυνση σπρωξιά τελείωση υποκίνηση

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανε μια παύση πριν απαντήσει.
  • Χρειάζομαι μια μικρή παύση από τη δουλειά για να ξεκουραστώ.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε προσωρινή παύση της παραγωγής λόγω προβλημάτων στην προμήθεια.
  • Ο μαέστρος τόνισε την παύση στο τέλος της φράσης.
  • Ο γιατρός διαπίστωσε παύση της καρδιάς και ξεκίνησε άμεσα ανάνηψη.