εξάσκηση
ουσιαστικό1. Συστηματική επανάληψη πράξεων ή δραστηριοτήτων με σκοπό τη βελτίωση, τη διατήρηση ή την εκμάθηση δεξιοτήτων και ικανοτήτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξάσκηση κάνει τον μάστορα.
- Κάνω καθημερινή εξάσκηση στο γυμναστήριο για καλύτερη φυσική κατάσταση.
- Στο σχολείο διοργάνωσαν μια εξάσκηση ετοιμότητας για σεισμό ώστε τα παιδιά να γνωρίζουν πώς να αντιδρούν.
- Η εξάσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι υποχρέωση κάθε πολίτη.
- Η εξάσκηση του πιάνου απαιτεί πολλές ώρες συγκέντρωσης.