πίστα
ουσιαστικό1. Επιφάνεια ή χώρος σε κέντρο διασκέδασης, νυχτερινό μαγαζί ή θέατρο όπου χορεύουν ή εμφανίζονται καλλιτέχνες.
2. Διαδρομή ή ειδικά διαμορφωμένος χώρος για αγώνες οχημάτων, μοτοσικλετών ή για δοκιμές ταχύτητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πίστα του νυχτερινού κέντρου γέμισε μέσα σε λίγη ώρα.
- Οι οδηγοί γύρισαν την τελευταία στροφή της πίστας με μεγάλη ταχύτητα.
- Η πίστα του σκι έκλεισε προσωρινά λόγω ισχυρού ανέμου.
- Ο παραγωγός πρόσθεσε ένα σόλο στην τρίτη πίστα του άλμπουμ.
- Στα χιονοδρομικά κέντρα υπάρχουν πίστες για αρχάριους και προχωρημένους.