κλείσιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης του κλείνω, κατά την οποία κάτι μετατρέπεται από ανοιχτό σε κλειστό ή παύει να είναι προσβάσιμο.
Συνώνυμα
λήξη λουκέτο φραγή τέλος ολοκλήρωση περάτωση περαίωση σφράγισμα διακοπή παύση σβήσιμο κλείδωμα μπλοκάρισμα κατακλείδα επίλογος φινάλε αποχαιρετισμός κράτηση έξοδος αδρανοποίηση απενεργοποίηση απόληξη μπλόκο τελείωμα τερματισμός αποπεράτωση απόφραξη σταμάτημα σφράγιση αποκοπή αναστολή κατάργηση δέσιμο έκβαση ανακοπή αποκλεισμός κατάληξη φραγμός τελείωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κλείσιμο της πόρτας έγινε ξαφνικά.
- Το κλείσιμο του καταστήματος ανακοινώθηκε χθες.
- Το κλείσιμο του χρηματιστηρίου σημείωσε πτώση.
- Το κλείσιμο της συνεδρίασης καθυστέρησε λόγω μακράς συζήτησης.
- Το κλείσιμο της πληγής απαιτεί ράμματα και προσοχή.