κλείσιμο

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της πράξης του κλείνω, κατά την οποία κάτι μετατρέπεται από ανοιχτό σε κλειστό ή παύει να είναι προσβάσιμο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κλείσιμο της πόρτας έγινε ξαφνικά.
  • Το κλείσιμο του καταστήματος ανακοινώθηκε χθες.
  • Το κλείσιμο του χρηματιστηρίου σημείωσε πτώση.
  • Το κλείσιμο της συνεδρίασης καθυστέρησε λόγω μακράς συζήτησης.
  • Το κλείσιμο της πληγής απαιτεί ράμματα και προσοχή.