στασιμότητα
ουσιαστικόΚατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα, μια διαδικασία ή μια κοινωνική/οικονομική κατάσταση παραμένει αμετάβλητη για χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντική κίνηση, εξέλιξη ή πρόοδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κίνηση πρόοδος ανάπτυξη εξέλιξη κινητικότητα δρώμενο κίνημα καινοτομία μετακίνηση ροή ρυθμός διαδρομή κατεύθυνση στροφή τροχιά κυκλοφορία τάση προοπτική εξερεύνηση μανούβρα μετάβαση μεταστροφή μετατόπιση προχώρημα πρωτοπορία μεταβολή δραστηριότητα προώθηση αλλαγή ανταλλαγή ελιγμός εξόρμηση πειραματισμός περιπλάνηση περιστροφή πρότζεκτ συγκυρία βόλτα επιχείρηση καριέρα έκρηξη δράση σκηνικό όραμα δίνη περιοδεία έξαρση ανανέωση αναστροφή εκσυγχρονισμός εναλλαγή ενεργητικότητα επέλαση επανάσταση επιτάχυνση κύμα νεωτερισμός οδοιπορικό παραλλαγή πλοήγηση προκοπή στρόβιλος συρμός αναζωογόνηση ορμή ζωτικότητα εκδρομή οδοιπορία πνοή ρουκέτα κυνήγι ενέργεια επεισόδιο μόδα σκηνή εκστρατεία εκτόξευση άθλημα διέξοδος αστάθεια ξεκαθάρισμα προσαρμογή ταξιδάκι
Παραδείγματα χρήσης
- Η στασιμότητα της οικονομίας έχει επιδεινώσει το βιοτικό επίπεδο.
- Η στασιμότητα στο έργο οφείλεται στην έλλειψη χρηματοδότησης.
- Η στασιμότητα των διαπραγματεύσεων προκαλεί ανησυχία στους πολίτες.
- Η στασιμότητα του πληθυσμού απεικονίζει την ισορροπία γεννήσεων και θανάτων.
- Η στασιμότητα στην προσωπική του εξέλιξη τον απογοήτευσε.