χορήγηση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή διαδικασία παροχής σε κάποιον ή σε φορέα αγαθού, πόρου ή υπηρεσίας, συνήθως μετά από απόφαση, συμφωνία ή αίτηση.

2. Η διαδικασία παροχής φαρμάκου ή θεραπείας σε ασθενή, που περιλαμβάνει δοσολογία και τρόπο εφαρμογής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χορήγηση άδειας έγινε μετά την επιθεώρηση.
  • Ο γιατρός συνέστησε τη χορήγηση του φαρμάκου κάθε οκτώ ώρες.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη χορήγηση επιδοτήσεων στους αγρότες.
  • Αποφάσισαν την χορήγηση υποτροφίας σε δύο φοιτητές.
  • Η χορήγηση του πιστοποιητικού εξαρτάται από την ορθότητα των στοιχείων.