σιωπητήριο
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή περίοδος απόλυτης ή σχεδόν απόλυτης σιωπής, όπου δεν ακούγονται φωνές, συζητήσεις ή άλλοι θόρυβοι.
2. Επιβαλλόμενη ή συνειδητή αποχή από δηλώσεις, πληροφορίες ή αποκαλύψεις, ιδίως σε δημόσιο, πολιτικό ή επαγγελματικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σιωπητήριο του δάσους έδινε μια αίσθηση γαλήνης.
- Οι αντίπαλες δυνάμεις κήρυξαν σιωπητήριο για τρεις ημέρες.
- Ο διευθυντής επέβαλε σιωπητήριο στην τάξη μετά το περιστατικό.
- Μετά το σκάνδαλο εγκαταστάθηκε σιωπητήριο στα μέσα ενημέρωσης.
- Οι στρατιώτες τήρησαν σιωπητήριο καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.