τρέξιμο

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή η πράξη του να τρέχει κανείς, δηλαδή η γρήγορη κίνηση με διαδοχικά βήματα.

2. Η άσκηση ή το άθλημα που περιλαμβάνει το τρέξιμο ως μορφή σωματικής δραστηριότητας.

Συνώνυμα

εκτέλεση σπριντ δρομολόγηση σπουδή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καθημερινό τρέξιμο με βοηθά να παραμένω σε καλή φυσική κατάσταση.
  • Έκανε τρέξιμο στο πάρκο για μισή ώρα.
  • Μετά το τρέξιμο, ένιωσε έντονη κούραση.
  • Το τρέξιμο του προγράμματος ολοκληρώθηκε χωρίς προβλήματα.
  • Χρειάζεται γρήγορο τρέξιμο για να προλάβουμε το λεωφορείο.