αδρανοποίηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο ένα σώμα, υλικό, οργανισμός ή σύστημα καθίσταται ανενεργό ή μη δραστικό, με σκοπό τη μείωση της δραστηριότητας, της τοξικότητας ή του κινδύνου λειτουργίας.
Συνώνυμα
απενεργοποίηση παθητικοποίηση ακινητοποίηση καταστολή εξουδετέρωση σιώπηση σβήσιμο κλείσιμο διακοπή παύση αφοπλισμός αχρήστευση αδράνεια αποδυνάμωση εξασθένηση ουδετεροποίηση συναγερμός ανενεργότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδρανοποίηση του λογαριασμού έγινε μετά από αίτημα του χρήστη.
- Η αδρανοποίηση του ιού στο δείγμα επιτεύχθηκε με ειδικούς απολυμαντικούς παράγοντες.
- Η αδρανοποίηση των ραδιενεργών αποβλήτων είναι απαραίτητη για την ασφαλή αποθήκευση.
- Σε περίοδο χειμερίας νάρκης, η αδρανοποίηση ορισμένων γονιδίων μειώνει τον μεταβολισμό του οργανισμού.
- Στη βιομηχανία, η αδρανοποίηση των τοξικών μετάλλων στο έδαφος επιτυγχάνεται με χημικές σταθεροποιήσεις.