διάκενο
ουσιαστικό1. Χώρος ή κενό ανάμεσα σε δύο αντικείμενα, επιφάνειες ή τμήματα, όπου δεν υπάρχει υλική συνέχεια.
2. Διάστημα χρόνου μεταξύ δύο συμβάντων ή ενεργειών, που δημιουργεί παύση ή απόσταση στην αλληλουχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το διάκενο ανάμεσα στα πλακάκια γεμίζει με στόκο.
- Έκανε ένα σύντομο διάκενο πριν συνεχίσει την παρουσίασή του.
- Στο πληκτρολόγιο το διάκενο είναι το πλήκτρο διαστήματος.
- Ο τεχνικός μέτρησε το διάκενο στις ηλεκτρικές επαφές πριν την επανέναρξη του ρεύματος.
- Υπάρχει ένα διάκενο γνώσεων μεταξύ της θεωρίας και της πρακτικής εφαρμογής.