εκτέλεση
ουσιαστικό1. Πραγματοποίηση ή εφαρμογή μιας ενέργειας, ενός σχεδίου ή μιας εντολής.
2. Ολοκλήρωση συγκεκριμένης εργασίας ή διαδικασίας σύμφωνα με καθορισμένα βήματα ή οδηγίες.
Συνώνυμα
διεκπεραίωση τρέξιμο ερμηνεία θανάτωση εκπλήρωση πραγματοποίηση υλοποίηση εφαρμογή ολοκλήρωση αποπεράτωση παράσταση τέλεση τελείωμα εξόντωση απόδοση φόνος δολοφονία λειτουργία ανθρωποκτονία καθάρισμα παραγωγή επίδοση αναπαραγωγή καθαρισμός σκότωμα τελείωση σφαγή πράξη εκπόνηση τιμωρία πυροβολισμός βολή αναπαράσταση χειρισμός ξεκαθάρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκτέλεση του προγράμματος απέτυχε λόγω σφάλματος.
- Η εκτέλεση των εντολών έγινε με ακρίβεια.
- Για την εκτέλεση της παραγγελίας χρειάστηκαν τρεις ημέρες.
- Η εκτέλεση του μουσικού κομματιού συγκίνησε το κοινό.
- Η εκτέλεση της ποινής αποφασίστηκε από το δικαστήριο.
- Η εκτέλεση της συμφωνίας απαιτεί την τήρηση των προθεσμιών.