πορεία

ουσιαστικό

1. Διαδρομή ή τρόπος κίνησης από ένα σημείο σε άλλο που ακολουθείται από πρόσωπα, οχήματα ή ομάδες.

2. Οργανωμένη δημόσια συγκέντρωση ανθρώπων που βαδίζουν μαζί προς κοινό σκοπό ή για να εκφράσουν αίτημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πορεία διαμαρτυρίας πέρασε από την κεντρική πλατεία.
  • Η πορεία του ποταμού προς τη θάλασσα ήταν ήρεμη το πρωί.
  • Η πορεία της ιστορίας συχνά επηρεάζεται από τις αποφάσεις των ανθρώπων.
  • Η πορεία της ασθένειας απαιτούσε τακτική ιατρική παρακολούθηση.
  • Η πορεία του έργου παρουσιάζει καθυστερήσεις λόγω έλλειψης πόρων.