άσκηση

ουσιαστικό

1. Δραστηριότητα που εκτελείται με σκοπό τη βελτίωση ή διατήρηση της φυσικής κατάστασης, της δύναμης, της αντοχής ή της ευεξίας.

2. Πρακτική ή επανάληψη που γίνεται για την απόκτηση, βελτίωση ή διατήρηση δεξιοτήτων, ικανοτήτων ή γνώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άσκηση καθημερινά βελτιώνει την καρδιακή λειτουργία.
  • Η άσκηση στα μαθηματικά είχε πολλά δύσκολα βήματα.
  • Η άσκηση του δικαιώματός του έγινε εντός προθεσμίας.
  • Η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος απαιτεί χρόνια εκπαίδευσης.
  • Η άσκηση ετοιμότητας στο αεροδρόμιο κράτησε δύο ώρες.