αγώνας
ουσιαστικό1. Διαγωνιστική ή αθλητική διαδικασία κατά την οποία πρόσωπα ή ομάδες ανταγωνίζονται για την επίτευξη ενός αποτελέσματος, της νίκης ή της διάκρισης.
Συνώνυμα
μάχη αγών αγώνισμα διαγωνισμός αναμέτρηση μάτς κούρσα ράλι πάλη ματς ανταγωνισμός συναγωνισμός αντιπαράθεση σύγκρουση δοκιμασία προσπάθεια εκστρατεία καμπάνια σύρραξη κόντρα ντέρμπι μπαράζ αγωνισμός παιχνίδι συνάντηση παρτίδα άθλημα μονομαχία γύρος διεκδίκηση άθλος πόλεμος κόπος πρωτάθλημα υπεράσπιση μόχθος πρόκληση σπορ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγώνας χθες στο γήπεδο ήταν συγκλονιστικός.
- Συμμετείχε σε έναν μαραθώνιο και κέρδισε τον αγώνα.
- Ο αγώνας για την ισότητα συνεχίζεται.
- Έδωσε σκληρό αγώνα για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
- Ο αγώνας με την ασθένεια κράτησε μήνες.
- Η νίκη στον τελευταίο αγώνα ενίσχυσε την ομάδα.