γύρισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του γυρίζω: περιστροφή ή αλλαγή κατεύθυνσης ενός σώματος γύρω από άξονα ή σημείο.
2. Πράξη ή αποτέλεσμα της επιστροφής σε προηγούμενο τόπο, θέση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
γυρισμός επιστροφή διάστρεμμα περιστροφή στροφή λήψη κινηματογράφηση στραμπούληγμα ανατροπή αναστροφή γύρος στράβωμα μεταστροφή αναδίπλωση στροβιλισμός περίστρεμμα περιφορά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γύρισμα της ταινίας κράτησε τρεις μέρες.
- Έπαθα ένα γύρισμα στον αυχένα και δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι.
- Το γύρισμα του τιμονιού ήταν απότομο και το αυτοκίνητο βγήκε από την πορεία.
- Το γύρισμα της σελίδας αποκάλυψε τη λύση που ψάχναμε.
- Το γύρισμα της τύχης του έδωσε νέες ευκαιρίες.