δρομολόγιο
ουσιαστικό1. Σειρά στάσεων και ο τρόπος κίνησης μεταξύ τους που ακολουθεί όχημα ή μέσο μεταφοράς, μαζί με τους προκαθορισμένους χρόνους άφιξης και αναχώρησης.
Συνώνυμα
διαδρομή γραμμή πορεία ρότα ταξίδι πλεύση κούρσα δρομή όδευση κυκλοφορία δρομολόγηση σερβίς πρόγραμμα κατεύθυνση πτήση οδοιπορικό πλοήγηση στράτα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δρομολόγιο του λεωφορείου αλλάζει από τη Δευτέρα.
- Έλεγξαν το δρομολόγιο του πλοίου πριν ξεκινήσει το ταξίδι.
- Ακύρωσαν το δρομολόγιο λόγω κακοκαιρίας.
- Πρέπει να προγραμματίσουμε το δρομολόγιο των παραδόσεων για την επόμενη εβδομάδα.
- Ο οδηγός ακολούθησε το προκαθορισμένο δρομολόγιο χωρίς στάσεις.