ανάπαυλα
ουσιαστικό1. Χώρος ή κατάσταση ξεκούρασης και ανανέωσης δυνάμεων για το σώμα ή το πνεύμα.
2. Σύντομη διακοπή στην εκτέλεση εργασίας ή δραστηριότητας κατά την οποία γίνεται στάση για ξεκούραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι λίγη ανάπαυλα μετά από μια κουραστική βάρδια.
- Στο έργο, έγινε μικρή ανάπαυλα ανάμεσα στις δύο πρώτες σκηνές.
- Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης επιβλήθηκε προσωρινή ανάπαυλα του πυρός.
- Ελπίζουμε ότι μετά από όλα αυτά θα βρει επιτέλους ανάπαυλα.
- Η ανάπαυλα από την καθημερινότητα του χάρισε χρόνο να σκεφτεί.