αναστολή
ουσιαστικό1. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας, της εκτέλεσης ή της ισχύος ενός πράγματος.
2. Εσωτερικός περιορισμός ή καταστολή μιας ενέργειας, επιθυμίας ή έκφρασης που εμποδίζει ή μειώνει την πραγματοποίησή της.
Συνώνυμα
παύση διακοπή καταστολή αναβολή εμπόδιση ανακοπή φραγή πάγωμα ακινητοποίηση απενεργοποίηση μπλοκάρισμα εμπλοκή μπλόκο αμηχανία απαγόρευση απροθυμία δισταγμός επιφύλαξη παρεμπόδιση συγκράτηση ανάσχεση αναχαίτιση επιφυλακτικότητα παράλυση παρακώλυση συστολή φρένο καθυστέρηση κράτημα κράτηση κλείσιμο ακύρωση ανακωχή αποθάρρυνση αποτροπή απόσυρση κώλυμα ματαίωση άφεση απαγορευτικό αποφυλάκιση κατάπαυση
Αντώνυμα
συνέχιση επανέναρξη εκτέλεση άρση ενεργοποίηση διέγερση επιχείρηση σκανδάλη επιβολή ορμή παρόρμηση προώθηση ώθηση έναυσμα ανανέωση διεκπεραίωση ερέθισμα ερεθισμός κατάλυση λειτουργία εφαρμογή απελευθέρωση εκκίνηση αγώνας λύση βήμα πράξη ένταλμα εκπομπή δράση υπηρεσία δόση απόφαση πέρασμα έκδοση ισχύς εκδήλωση δίωξη εκστρατεία έγκριση κυκλοφορία οδήγηση μετάδοση ετυμηγορία συνεδρία εκτόξευση κλικ συναλλαγή αυθορμησία διάταγμα διακίνηση δρομολόγιο περάτωση πραγματοποίηση πυροδότηση στήριγμα υλοποίηση επαναφορά οίστρος παρακίνηση παρότρυνση σάρωση υποκίνηση ολοκλήρωση επίθεση διαδικασία έφοδος δημοσίευμα διαβίβαση εκφορά πλεύση αποφασισμός εφόρμηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναστολή των μαθημάτων αποφασίστηκε λόγω κακοκαιρίας.
- Ο υπάλληλος τέθηκε σε αναστολή μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα.
- Έδειξε αναστολή πριν απαντήσει στην ερώτηση.
- Η αναστολή του ενζύμου μείωσε τον ρυθμό της βιοχημικής αντίδρασης.
- Ζήτησαν την αναστολή των πληρωμών του δανείου για έξι μήνες.