κατεύθυνση
ουσιαστικό1. Ο προσανατολισμός ή η ευθεία πορεία προς την οποία στρέφεται ή κινείται κάτι στον χώρο.
2. Το προσανατολισμένο πλαίσιο μιας ενέργειας, μιας πολιτικής ή μιας διαδικασίας που καθορίζει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και τα μέσα για την επίτευξή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατεύθυνση του ανέμου άλλαξε ξαφνικά.
- Πρέπει να αλλάξουμε κατεύθυνση αν θέλουμε να φτάσουμε εγκαίρως.
- Ο διευθυντής έδωσε σαφή κατεύθυνση στο προσωπικό για την υλοποίηση του προγράμματος.
- Επέλεξε την κατεύθυνση των μαθηματικών στο πανεπιστήμιο.
- Η νέα πολιτική έδωσε διαφορετική κατεύθυνση στην οικονομία της χώρας.