συνέχεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση απουσίας διακοπής· ιδιότητα ενός φαινομένου, μιας διαδικασίας ή μιας σχέσης να υπάρχει ή να λειτουργεί αδιάκοπα.
2. Πράξη ή αποτέλεσμα της παράτασης μιας ενέργειας, διαδικασίας ή περιόδου πέρα από το αρχικό της σημείο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διακοπή παύση τέλος λήξη σποραδικά περιστασιακά πριν διάστημα στάση κόψιμο κάταγμα διάκενο συγκυρία τερματισμός τομή χάσμα εναλλαγή καμπή κατάπαυση σταμάτημα ασυνέχεια ανακοπή προσωρινά φάση διάλειμμα επεισόδιο στροφή διαταραχή απόσπασμα αλλαγή σταυροδρόμι διατάραξη θραύση κωλοτούμπα παραλλαγή παρεμβολή μεμονωμένα σημείο ανάσα ρήξη σχισμή
Παραδείγματα χρήσης
- Μιλάει συνέχεια, δεν προλαβαίνω να πω κάτι.
- Η ταινία έχει συνέχεια που θα κυκλοφορήσει του χρόνου.
- Θέλω να δω τη συνέχεια της ιστορίας από το προηγούμενο κεφάλαιο.
- Η επιτυχία απαιτεί συνέχεια στην προσπάθεια και πειθαρχία.
- Η συνάντηση θα έχει συνέχεια την επόμενη εβδομάδα.