στάση
ουσιαστικό1. Θέση ή διάταξη του σώματος ή ενός μέρους του σε σχέση με τα υπόλοιπα μέρη ή με το περιβάλλον.
2. Σημείο ή χώρος όπου σταματά προσωρινά ένα μέσο μεταφοράς ή όπου περιμένει κάποιος για επιβίβαση ή αποβίβαση.
Συνώνυμα
θέση παύση σταμάτημα στάθμευση απεργία εξέγερση ανταρσία πιάτσα άποψη τοποθέτηση γραμμή διάλειμμα διακοπή ανακοπή σταθμός αφετηρία τερματισμός αποχή επανάσταση πολιτική σημείο ανάπαυλα γνώμη κατάπαυση πάγωμα στήσιμο πόζα συμπεριφορά προσέγγιση τρόπος αντίδραση κατάσταση καθυστέρηση φιλοσοφία ακινησία ανακωχή ανενεργότητα εκεχειρία στασιμότητα σιωπητήριο αποστασία στάσιμότητα
Αντώνυμα
κίνηση συνέχιση συνέχεια ουδετερότητα βήμα πορεία ρεύμα διαδρομή κατεύθυνση πέρασμα τροχιά κούρσα οδήγηση γύρισμα περπάτημα κινητήρας διέλευση διακίνηση κίνημα μετακίνηση περιστροφή ροή μετάβαση περπατησιά ρότα περιφορά φόρα αδιαφορία συμμόρφωση υπακοή δραστηριότητα εργασία προχώρημα χαλάρωση ταξίδι μεταφορά χορός κάθισμα κυκλοφορία διαδικασία γκάζι βαγόνι πήδημα δρομολόγιο δρώμενο εκκίνηση οδοιπορία περίπατος περιήγηση περιπλάνηση πλεύση ρυθμός συγκυρία διαδοχή επανέναρξη εφόρμηση κύμα ράλι τρέξιμο αποδοχή άλμα πτήση αλλαγή εγχείρημα καταιγισμός ξεμπλοκάρισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περιμένω το λεωφορείο στη στάση.
- Κάνουμε μια στάση για καφέ στο επόμενο βενζινάδικο.
- Η στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα ήταν ασαφής.
- Οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε στάση εργασίας σήμερα το πρωί.
- Η στάση του χορευτή στη σκηνή ήταν εντυπωσιακή.