κόμμα
ουσιαστικό1. Σημείο στίξης (,) που χρησιμοποιείται για να χωρίζει μέρη μιας πρότασης, να διαχωρίζει στοιχεία λίστας ή να δηλώνει μικρή παύση στον προφορικό ή γραπτό λόγο.
Συνώνυμα
παράταξη υποδιαστολή οργάνωση συνασπισμός πλευρά συνιστώσα συνδυασμός ομάδα κλίκα μόρφωμα σχήμα συντεχνία συγκρότημα φατρία συντροφιά σωματείο παύση σημείο συμπαράταξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόμμα ανακοίνωσε πρόγραμμα για την παιδεία.
- Εγγράφηκε στο κόμμα όταν ήταν φοιτητής.
- Βάλε ένα κόμμα μετά τη λέξη 'σήμερα' στη φράση.
- Στο αριθμό 3,14 το κόμμα χωρίζει το ακέραιο από το δεκαδικό μέρος.
- Τα κόμματα συζητούν το νομοσχέδιο στη Βουλή.