μετακίνηση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της αλλαγής θέσης προσώπου, αντικειμένου ή οχήματος από έναν τόπο ή σημείο σε άλλο.
Συνώνυμα
κίνηση μεταφορά μετάβαση μετατόπιση μετεγκατάσταση μετάθεση διακίνηση μεταστέγαση απομάκρυνση μεταγωγή κίνημα περιπλάνηση κυκλοφορία κινητικότητα μετακόμιση μεταβίβαση διέλευση πέρασμα πορεία ταξίδι κούνημα πλοήγηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μετακίνηση με τα πόδια είναι υγιεινή.
- Απαγορεύτηκε η μετακίνηση μεταξύ των περιοχών λόγω της κακοκαιρίας.
- Η μετακίνηση των επίπλων στο νέο διαμέρισμα κράτησε όλη μέρα.
- Χρειάζεται άδεια για τη μετακίνηση του προσωπικού σε άλλη υπηρεσία.
- Η μετακίνηση των δεδομένων στο νέο σύστημα πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα.