μετακίνηση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της αλλαγής θέσης προσώπου, αντικειμένου ή οχήματος από έναν τόπο ή σημείο σε άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μετακίνηση με τα πόδια είναι υγιεινή.
  • Απαγορεύτηκε η μετακίνηση μεταξύ των περιοχών λόγω της κακοκαιρίας.
  • Η μετακίνηση των επίπλων στο νέο διαμέρισμα κράτησε όλη μέρα.
  • Χρειάζεται άδεια για τη μετακίνηση του προσωπικού σε άλλη υπηρεσία.
  • Η μετακίνηση των δεδομένων στο νέο σύστημα πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα.