πρότζεκτ
ουσιαστικό1. Οργανωμένη, χρονικά και εννοιολογικά οριοθετημένη δραστηριότητα ή σειρά ενεργειών με συγκεκριμένους στόχους, πόρους και χρονοδιάγραμμα, που αποσκοπεί στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πρότζεκτ πρέπει να παραδοθεί αύριο.
- Δουλεύουμε σε ένα πρότζεκτ ανάπτυξης λογισμικού.
- Η ομάδα παρουσίασε το πρότζεκτ στην επιτροπή.
- Το σχολικό πρότζεκτ έλαβε θετική αξιολόγηση από τον καθηγητή.
- Το καλλιτεχνικό πρότζεκτ εκτέθηκε στην τοπική γκαλερί.