κάθισμα

ουσιαστικό

1. Θέση ή αντικείμενο προοριζόμενο για να κάθεται άνθρωπος, όπως καρέκλα, σκαμπό ή πολυθρόνα.

2. Μια συγκεκριμένη θέση σε μεταφορικό μέσο, θέατρο ή άλλον δημόσιο χώρο, με προορισμό τον καθιστικό επιβάτη ή θεατή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κάθισμα του αυτοκινήτου ρυθμίζεται ηλεκτρικά.
  • Μην ανησυχείς, θα σου δώσω το κάθισμα στο λεωφορείο.
  • Υπήρχε κάθισμα στον πάτο του μπουκαλιού από το παλιό κρασί.
  • Το κάθισμα του προέδρου στη συνεδρίαση παρέμεινε κενό.
  • Αν το κάθισμα δεν στηρίζει σωστά την πλάτη σου, άλλαξέ το.