αγώνισμα
ουσιαστικό1. Διοργανωμένη δραστηριότητα με ανταγωνιστικό χαρακτήρα, όπου συμμετέχουν άτομα ή ομάδες με σκοπό την επίδοση, τη νίκη ή την αξιολόγηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγώνισμα του μαραθωνίου ξεκινάει στις εννέα το πρωί.
- Κάθε αγώνισμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες έχει αυστηρούς κανονισμούς.
- Για εκείνη, η καθημερινή δουλειά ήταν ένα αγώνισμα που απαιτούσε υπομονή και επιμονή.
- Το σχολικό αγώνισμα στην πληροφορική θα διεξαχθεί την Παρασκευή.
- Ο αθλητής προετοιμάστηκε μήνες για να κερδίσει το αγώνισμα στα 100 μέτρα.