επιχείρηση
ουσιαστικό1. Οργανωμένη οικονομική μονάδα που παράγει, διανέμει ή παρέχει αγαθά και υπηρεσίες με στόχο τη δημιουργία εσόδων, τη διατήρηση λειτουργίας ή την επίτευξη επιχειρηματικών σκοπών.
Συνώνυμα
εταιρεία εταιρία εταιρείο εγχείρημα οργανισμός φορέας ομίλος κατάστημα μαγαζί πρωτοβουλία εκστρατεία αποστολή εφόρμηση μπίζνα λειτουργία καμπάνια οίκος πρακτορείο έφοδος εξόρμηση οργάνωση πρότζεκτ απόπειρα βιομηχανία ενέργεια δράση προσπάθεια έργο σχέδιο επιχείρημα κίνηση δραστηριότητα επιδρομή ίδρυμα παραγωγός μανούβρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιχείρηση ανακοίνωσε νέα προϊόντα για την ερχόμενη σεζόν.
- Οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση διαπραγματεύονται συλλογική σύμβαση.
- Η αστυνομία ξεκίνησε μεγάλη επιχείρηση για τον εντοπισμό των δραστών.
- Η διάσωση των εγκλωβισμένων στο βουνό ήταν πολύπλοκη επιχείρηση.
- Προκειμένου να επεκταθεί, η επιχείρηση επένδυσε σε νέα τεχνολογία.
- Οι επιχειρήσεις της περιοχής πλήττονται από την οικονομική ύφεση.