έναρξη
ουσιαστικό1. Αρχικό σημείο ή χρονική στιγμή κατά την οποία κάτι αρχίζει να υπάρχει ή να συμβαίνει.
2. Πράξη ή διαδικασία του ξεκινήματος ενός γεγονότος, έργου, διαδικασίας ή δράσης.
3. Επίσημο ή τελετουργικό άνοιγμα εκδήλωσης, έργου ή ιδρύματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τέλος λήξη τερματισμός ολοκλήρωση περάτωση συντέλεια τέρμα κλείσιμο αποπεράτωση λύση έξοδος προθεσμία τελεία συμπέρασμα έκβαση ανακοπή αποκορύφωμα απόληξη πέρας τελείωμα τελευτή κατακλείδα σταμάτημα τελείωση κορύφωση περαίωση φινάλε διακοπή παύση κατάληξη αποτέλεσμα επίλογος ματαίωση κατάπαυση πάγωμα ακύρωση ανασκόπηση απολογισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η έναρξη της σχολικής χρονιάς θα γίνει την επόμενη Δευτέρα.
- Κατά την έναρξη της σύσκεψης, ο διευθυντής παρουσίασε το πρόγραμμα.
- Ο δήμαρχος κήρυξε την έναρξη των εργασιών στο νέο πάρκο.
- Η έναρξη λειτουργίας του σταθμού προγραμματίστηκε για το Μάιο.
- Κατά την έναρξη των συμπτωμάτων, ο ασθενής απευθύνθηκε στον γιατρό.