επέκταση
ουσιαστικό1. Το αποτέλεσμα ή η διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται μεγαλύτερο σε έκταση, μέγεθος, αριθμό ή εμβέλεια.
2. Προσθήκη επιπλέον τμημάτων ή επιφάνειας σε κτίριο, χώρο, σύστημα ή αντικείμενο με σκοπό τη διεύρυνση των λειτουργικών ή φυσικών ορίων του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επέκταση του κτιρίου ολοκληρώθηκε πέρυσι.
- Μια επέκταση στο πρόγραμμα πρόσθεσε λειτουργίες επεξεργασίας εικόνας.
- Η επέκταση των υποδομών βελτίωσε την πρόσβαση στις αγροτικές περιοχές.
- Η επέκταση των συνόρων οδήγησε σε διπλωματική κρίση.
- Η επέκταση του αρχείου είναι .txt.
- Απαιτείται επέκταση της βάσης δεδομένων για την αποθήκευση νέων εγγραφών.