αποπομπή

ουσιαστικό

1. Επίσημη πράξη κατά την οποία πρόσωπο παύει να κατέχει θέση, αξίωμα ή σχέση εργασίας, με συνέπεια την απώλεια των συναφών καθηκόντων και προνομίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποπομπή του υπουργού από την κυβέρνηση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις.
  • Ζήτησαν την αποπομπή του προπονητή μετά την κακή σειρά αποτελεσμάτων.
  • Η αποπομπή των μελών από το σωματείο έγινε με ομόφωνη απόφαση.
  • Στην αρχαιότητα, η αποπομπή ενός πολίτη συχνά σήμαινε εξορία.
  • Η αποπομπή μιας ταινίας από το φεστιβάλ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.