φόρα
ουσιαστικόΗ κίνηση ή η ορμή που αποκτά ένα σώμα καθώς κινείται, ιδίως όταν αυξάνει την ταχύτητά του ή συνεχίζει με δύναμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ποδήλατο πήρε πολλή φόρα στην κατηφόρα.
- Με τη φόρα που είχε, πέρασε εύκολα το εμπόδιο.
- Έτρεξε με μεγάλη φόρα και έφτασε πρώτος στο τέρμα.
- Η ομάδα έχασε τη φόρα της στο δεύτερο ημίχρονο.
- Η συζήτηση πήρε φόρα μετά την πρώτη ερώτηση.