αναβολή
ουσιαστικό1. Μεταφορά της εκτέλεσης, πραγματοποίησης ή έναρξης μιας πράξης, εκδήλωσης ή διαδικασίας σε μεταγενέστερο χρόνο.
2. Προσωρινή αναστολή ή διακοπή συνεδριάσεων, δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών με σκοπό τη συνέχισή τους αργότερα.
Συνώνυμα
καθυστέρηση μετάθεση αναστολή μεταφορά παράταση διακοπή μετατόπιση αργοπορία πάγωμα αναβλητικότητα κωλυσιεργία παύση ματαίωση
Αντώνυμα
επιτάχυνση επίσπευση ραντεβού ετυμηγορία συνεδρία προώθηση πραγματοποίηση διεκπεραίωση εκτέλεση αμεσότητα επίλυση υλοποίηση απόφαση παράσταση σκανδάλη εκδήλωση αποστολή λήψη συνεδρίαση γύρισμα εκτόξευση εορτασμός ματς περάτωση πρότζεκτ έναυσμα αντιμετώπιση εγχείρημα ξεμπέρδεμα ολοκλήρωση διευθέτηση εκπλήρωση πράξη κάθισμα ψηφοφορία εκφορά ξεκαθάρισμα τελείωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναβολή της συναυλίας ανακοινώθηκε χθες.
- Η δίκη πήρε αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρα.
- Ζήτησε αναβολή της παρουσίασης επειδή αρρώστησε.
- Ο φοιτητής έλαβε αναβολή στράτευσης για σπουδές.
- Η ομάδα ανακοίνωσε αναβολή του αγώνα λόγω κακοκαιρίας.