εφόρμηση
ουσιαστικό1. Απότομη και βίαιη κίνηση προς τα εμπρός με σκοπό την επίθεση, την κατάληψη ή την υπερνίκηση αντιπάλου ή εμποδίου.
2. Ξαφνική και έντονη έξαρση δραστηριότητας, ορμής ή συναισθήματος που προκαλεί αιφνιδιασμό ή αλλαγή κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εφόρμηση των στρατιωτών ξεκίνησε πριν το ξημέρωμα.
- Ο τερματοφύλακας απέκρουσε την εφόρμηση των αντιπάλων.
- Μια ακαριαία εφόρμηση θυμού τον ανάγκασε να φύγει από την αίθουσα.
- Υπήρξε εφόρμηση καταναλωτών στα ηλεκτρονικά καταστήματα τη μέρα των εκπτώσεων.
- Η εφόρμηση του λύκου προς τη λεία ήταν γρήγορη και αποφασιστική.