φορά
ουσιαστικό1. Συγκεκριμένη στιγμή ή περίσταση κατά την οποία συμβαίνει ή επαναλαμβάνεται κάτι.
2. Σειρά ή θέση στον κύκλο εναλλαγής, κατά την οποία κάποιος ενεργεί ή παίρνει μέρος.
3. Ορμή ή ώθηση που αποκτά κάποιο σώμα ή πρόσωπο πριν από κίνηση ή προσπάθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μία φορά δεν φτάνει για να μάθεις καλά.
- Την επόμενη φορά έλα νωρίτερα.
- Τώρα είναι η φορά σου να μιλήσεις.
- Η φορά του ανέμου άλλαξε και χάλασε ο καιρός.
- Έτρεχε με τέτοια φορά που δεν μπορούσαν να τον σταματήσουν.