έργο
ουσιαστικό1. Σχεδιασμένη και οργανωμένη σειρά δραστηριοτήτων με συγκεκριμένο σκοπό και χρονικά, οικονομικά ή ποιοτικά όρια, που αποσκοπεί στην ολοκλήρωση συγκεκριμένου αποτελέσματος.
Συνώνυμα
εργασία δουλειά πρότζεκτ εγχείρημα δημιούργημα δημιουργία πόνημα σύνθεση κατασκευή παραγωγή σχέδιο καθήκον απασχόληση παράσταση θεατρικό πράξη βιβλίο κομμάτι πίνακας δραστηριότητα αποστολή κείμενο αριστούργημα κατόρθωμα συνθετικό επιχείρημα επιχείρηση ενέργεια φιλμ βίβλος καμπάνια τραγωδία επίτευγμα χειροτεχνία δρώμενο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έργο του ζωγράφου κέρδισε πολλά βραβεία.
- Η ομάδα ολοκλήρωσε το έργο μέσα στην προθεσμία.
- Το νέο έργο στο λιμάνι προκάλεσε κυκλοφοριακές αλλαγές.
- Ο καθηγητής ανέθεσε ένα έργο για το Σαββατοκύριακο.
- Το φιλανθρωπικό έργο της οργάνωσης βοήθησε πολλούς ανθρώπους.