μάθημα
ουσιαστικό1. Διδακτική ώρα ή συνεδρία κατά την οποία μεταδίδεται συγκεκριμένο γνωστικό ή πρακτικό περιεχόμενο από διδάσκοντα προς μαθητές.
2. Θεματικό αντικείμενο ή γνωστικό πεδίο που διδάσκεται στο πλαίσιο εκπαιδευτικού προγράμματος ή σχολικού προγράμματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μάθημα άρχισε στις οκτώ το πρωί.
- Εγγράφηκε σε ένα νέο μάθημα πληροφορικής στο πανεπιστήμιο.
- Από αυτό το λάθος έμαθε ένα πολύτιμο μάθημα.
- Κάθε Τετάρτη παρακολουθούμε μάθημα γιόγκα στο κέντρο.
- Η Μαρία έδωσε μάθημα πιάνου στον μικρό της γείτονα.