ματαίωση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του να μην πραγματοποιηθεί κάτι που είχε προγραμματιστεί, σχεδιαστεί ή αναμενόταν να συμβεί, με συνέπεια να μην λάβει χώρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ματαίωση της συναυλίας προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στους θεατές.
  • Λόγω της κακοκαιρίας αποφασίστηκε η ματαίωση των πτήσεων για σήμερα.
  • Η ματαίωση της συμφωνίας οφείλεται σε ανεπίλυτα νομικά ζητήματα.
  • Η συνεχής ματαίωση των προσδοκιών του τον έκανε όλο και πιο απαισιόδοξο.
  • Ζήτησαν επίσημη ανακοίνωση για την ματαίωση του διαγωνισμού.