αποστολή

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή διαδικασία του να στέλνεται ένα αντικείμενο, μήνυμα ή φορτίο από έναν αποστολέα σε έναν παραλήπτη.

2. Εργασία ή καθήκον που ανατίθεται σε πρόσωπο ή ομάδα με συγκεκριμένο σκοπό ή στόχο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περιμένω μια αποστολή με βιβλία από το εξωτερικό.
  • Η αποστολή μου στην εταιρεία ολοκληρώθηκε χθες.
  • Η αποστολή του ρομποτικού σκάφους στον Άρη κράτησε έξι μήνες.
  • Η αποστολή του μηνύματος απέτυχε λόγω προβλήματος δικτύου.
  • Ο στρατός ανέλαβε την αποστολή διάσωσης μετά τον σεισμό.