ανακωχή
ουσιαστικό1. Συμφωνημένη ή μονομερής προσωρινή παύση των εχθροπραξιών μεταξύ δύο ή περισσότερων αντιπάλων, με σκοπό την αποφυγή ή μείωση της βίας και τη διευκόλυνση διαπραγματεύσεων ή ανθρωπιστικής βοήθειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κηρύχθηκε ανακωχή ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις.
- Η ανακωχή κράτησε μόνο λίγες ώρες πριν ξαναρχίσουν οι εχθροπραξίες.
- Ζήτησαν ανακωχή για να μεταφερθούν οι τραυματίες από το πεδίο της μάχης.
- Οι σύζυγοι συμφώνησαν σε μια προσωρινή ανακωχή μετά τη μακρά διαφωνία.
- Μια πολιτική ανακωχή επέτρεψε την έναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών.