προπόνηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία σχεδιασμένης και επαναλαμβανόμενης άσκησης ή πρακτικής με σκοπό τη βελτίωση φυσικής κατάστασης, τεχνικών δεξιοτήτων ή αποδόσεων σε αθλητικό ή εργασιακό τομέα.
Συνώνυμα
εξάσκηση άσκηση εκγύμναση προπόνημα τρένινγκ εκπαίδευση προετοιμασία πρακτική γυμναστική σπορ κατάρτιση πρόβα ζέσταμα συνεδρία μάθημα σεμινάριο προπαρασκευή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προπόνηση ήταν πολύ απαιτητική χθες.
- Χρειάζομαι περισσότερη προπόνηση πριν τον αγώνα.
- Η προπόνηση των υπαλλήλων ξεκινά τη Δευτέρα.
- Η προπόνηση του σκύλου γίνεται με θετική ενίσχυση.
- Η προπόνηση του μοντέλου διήρκεσε πολλές ώρες.