παροχή
ουσιαστικό1. Διάθεση ή προσφορά αγαθών, υπηρεσιών ή πόρων σε πρόσωπο, οργανισμό ή κοινότητα για χρήση, κατανάλωση ή ωφέλεια.
Συνώνυμα
χορήγηση προμήθεια εφοδιασμός τροφοδοσία διάθεση διανομή μοίρασμα παραχώρηση παράδοση χορηγία χρηματοδότηση ρεύμα σύνταξη πρόνοια επίδομα προσφορά βοήθεια υποστήριξη εξυπηρέτηση συνδρομή ενημέρωση ενίσχυση σερβίρισμα υπηρεσία διευκόλυνση δώρημα εκχώρηση ευεργέτημα ροή στήριξη μπόνους δωρεά διαθεσιμότητα μπαταρία αντιπαροχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος διακόπηκε λόγω της καταιγίδας.
- Ο οργανισμός εξασφαλίζει την παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε απομακρυσμένες περιοχές.
- Η παροχή βοήθειας στους πληγέντες ήταν άμεση και συντονισμένη.
- Η παροχή πληροφοριών στο κοινό είναι υποχρέωση της επιτροπής.
- Η παροχή επιδομάτων θα εξαρτηθεί από το φορολογητέο εισόδημα.