λέξη
ουσιαστικό1. Μονάδα γλώσσας, αποτελούμενη από σύνολο ήχων ή γραμμάτων, που φέρει συγκεκριμένο σημασιολογικό περιεχόμενο και λειτουργεί ως στοιχείο για τη σύνθεση φράσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λέξη 'ελπίδα' έχει πανίσχυρο νόημα.
- Τι σημαίνει αυτή η λέξη;
- Δεν θα πεις ούτε μία λέξη για το περιστατικό.
- Με μια λέξη, η κατάσταση είναι κρίσιμη.
- Οι λέξεις μπορούν να πληγώσουν αλλά και να γιατρέψουν.
- Δεν άκουσα ούτε μία λέξη από την ομιλία.