διακίνηση
ουσιαστικό1. Μεταφορά και διανομή αγαθών, εμπορευμάτων ή αντικειμένων από έναν τόπο ή φορέα σε άλλον, συνήθως στο πλαίσιο εμπορίου ή εφοδιαστικής αλυσίδας.
2. Κυκλοφορία και ανταλλαγή κεφαλαίων, εγγράφων ή πληροφοριών εντός ενός συστήματος ή δικτύου.
Συνώνυμα
μεταφορά μετακίνηση κίνηση διανομή κυκλοφορία διαμετακόμιση μετάδοση εμπορία λαθρεμπόριο διάδοση διέλευση προώθηση ροή κινητικότητα μεταβίβαση διασπορά τροφοδοσία διαμοιρασμός πώληση εμπόριο συναλλαγή εξαγωγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διακίνηση των εμπορευμάτων στο λιμάνι ολοκληρώθηκε εντός της ημέρας.
- Η αστυνομία εμπόδισε την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών στον σταθμό.
- Η διακίνηση πληροφοριών μεταξύ των τμημάτων πρέπει να είναι ασφαλής.
- Την ώρα αιχμής, η διακίνηση οχημάτων στην εθνική οδό γίνεται προβληματική.
- Η διακίνηση κεφαλαίων μέσω της τράπεζας υπόκειται σε αυστηρούς ελέγχους.